ακροβατώ

[акровато] р. ходить по канату.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "ακροβατώ" в других словарях:

  • ακροβατώ — βλ. πίν. 73 (μόνο στον ενεστ. και παρατατ.) …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • ακροβατώ — (Α ἀκροβατῶ, έω) νεοελλ. 1. εκτελώ ακροβατικά γυμνάσματα, κάνω ακροβασίες 2. ασκώ το επάγγελμα τού ακροβάτη 3. επιχειρώ επικίνδυνες ή επιδέξιες πράξεις αρχ. 1. (για τις στρουθοκαμήλους και μτφ. για αλαζόνες) περπατώ στις άκρες τών ποδιών,… …   Dictionary of Greek

  • ακροβατώ — ησα, αμτβ. 1. βαδίζω στα δάχτυλα των ποδιών: Από μικρό παιδί είχε την ικανότητα να ακροβατεί. 2. κάνω ακροβατικά γυμνάσματα: Για πολλά χρόνια ακροβατούσε σ ένα μεγάλο τσίρκο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Akrobat — Figur der Adagio Akrobatik, Akrobatik Treffen Darmstadt Unter Akrobatik (über Französisch acrobate, von griechisch ακροβατώ „auf Zehenspitzen gehen“, aus άκρος „hoch“ und βαίνειν „gehen“), versteht man allgemein körperliche Bewegungen, die hohe… …   Deutsch Wikipedia

  • Akrobatik — Figur der Adagio Akrobatik, Akrobatik Treffen Darmstadt Unter Akrobatik (über Französisch acrobate, von griechisch ακροβατώ „auf Zehenspitzen gehen“, aus άκρος „hoch“ und βαίνειν „gehen“), versteht man allgemein körperliche Bewegungen, die hohe… …   Deutsch Wikipedia

  • Leiterakrobatik — Figur der Adagio Akrobatik, Akrobatik Treffen Darmstadt Unter Akrobatik (über Französisch acrobate, von griechisch ακροβατώ „auf Zehenspitzen gehen“, aus άκρος „hoch“ und βαίνειν „gehen“), versteht man allgemein körperliche Bewegungen, die hohe… …   Deutsch Wikipedia

  • Акробатика — (греч. ακροβατω  «хожу по краю»  ) вид физических упражнений типа гимнастических[1] жанр циркового искусства (акробатика силовая, прыжковая и др.).[1] вид спорта[1] Выделяют спортивную акробатику  соревнования в выполнении… …   Википедия

  • ακροβαμονώ — ἀκροβαμονῶ ( έω) (Μ) [ἀκροβάμων] ακροβατώ* …   Dictionary of Greek

  • ακροβατισμός — ο 1. επίδειξη ακροβατικών ασκήσεων, ακροβασία 2. παρακινδυνευμένη ή και πονηρή, έντεχνη ενέργεια 3. σοφιστικό επιχείρημα, σοφιστεία. [ΕΤΥΜΟΛ. < ακροβάτης ή ακροβατώ + κατάλ. ισμός] …   Dictionary of Greek

  • ακροβηματίζω — ἀκροβηματίζω (Μ) ακροβατώ. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀκρο (Ι) + βηματίζω] …   Dictionary of Greek

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.